πλησίστιος

πλησίστιος
-α, -ο
για πλοία
1. αυτός που έχει φουσκωμένα τα πανιά.
2. που τρέχει γρήγορα, ολοταχώς: Πλησίστια τα ιστιοφόρα τραβούν για το λιμάνι.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • πλησίστιος — filling masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησίστιος — ια, ιο / πλησίστιος, ιον, ΝΑ 1. (για πλοίο) αυτός που πλέει με γεμάτα τα ιστία, με φουσκωμένα τα πανιά 2. μτφ. αυτός που πλέει με όλη την ταχύτητα, ολοταχώς και κατευθείαν, αυτός που φέρεται ακράτητος προς μία κατάσταση («φέρονται πλησίστιοι προς …   Dictionary of Greek

  • πλησίστιον — πλησίστιος filling masc/fem acc sg πλησίστιος filling neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησιστίοισι — πλησίστιος filling masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησιστίου — πλησίστιος filling masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησιστίων — πλησίστιος filling masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησιστίῳ — πλησίστιος filling masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησίστιοι — πλησίστιος filling masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”